• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

Müthiş buluş. İngilizce konuşmayan kalmayacak. Nasıl mı? Tıklayın!

English » Greek Top
I want to call
  • {PHR} θέλω να τηλεφωνήσω

English » Greek Indirect results Top
call Hear! {kɔ:l}
  • {N} κραυγή, πρόσκληση, συνδιάλεξη, φωνή, ζήτηση, επίσκεψη, αιτία
  • {V} επισκέπτομαι, καλώ, αποκαλώ, ονομάζω, φωνάζω
call a strike
  • {V} κηρύσσω απεργία
call away
  • {V} καλώ μακρυά
call back to mind
  • {V} αναπλάθω
call for
  • {V} καλώ για, απαιτώ, ζητώ
call for help
  • {N} κραυγή βοήθειας
call forth
  • {V} επιστρατεύω, προκαλώ
call girl {'kɔ:lgɜ:rl}
  • {N} κωλ γκερλ
sl.
call-house {'kɔ:lhaʋs}
  • {N} πορνείο
sl.
call names
  • {V} βρίζω
call off
  • {V} ανακαλώ, ματαιώνω
call on
  • {V} καλώ, προσκαλώ
call on smb.
  • {V} επισκέπτομαι κάποιον
call out
  • {V} προκαλώ, φωνάζω
call over {'kɔ:l,əʋvər}
  • {V} φωνάζω ονόματα
  • {N} προσκλητήριο
call smb.'s bluff
  • {V} αποκαλύπτω την μπλόφα κάποιου
call to order
  • {V} παραγγέλω
call up
  • {V} τηλεφωνώ, ανακαλώ στο νου
call upon
  • {V} επικαλούμαι
cat call {'kæt,kɔ:l}
  • {N} γιουχάισμα, ούρλιασμα